21.7.26

Η γιαγιά και η εγγονή: δύο ζωές

Πριν από λίγες μέρες είδα ένα μικρό βιντεάκι, όπου η εικόνα συνοδευόταν από την φωνή του φωτογράφου. Πού περιέγραφε τι έβλεπε και τι σκεπτόταν. Το παραθέτω σε μετάφραση και στο πρωτότυπο.






Τις προάλλες, περπατούσα πίσω από δύο γυναίκες. Η μία ήταν 8 ετών και η άλλη 80 ετών . Άκουγα χωρίς να προσέχω μια συζήτηση μεταξύ τους, που δεν τελείωνε ποτέ. 
      Η γυναίκα του χθες μίλαγε στη γυναίκα του αύριο, μια ολόκληρη ζωή σκυμμένη πάνω σε μια ζωή που μόλις αρχίζει. Η ηλικιωμένη ξέρει πράγματα, που η μικρή ακόμα αγνοεί. Πώς να χάνεις, πώς να αντέχεις, πώς να συνεχίζεις παρ' όλα αυτά; Και η μικρή κουβαλάει κάτι, που η γιαγιά της έχει ξεχάσει: τη ζωή που έχει μπροστά της. 
     Τι λένε μεταξύ τους; Τίποτα το σημαντικό. Τη γεύση της ντομάτας, την παραλία μετά τον μεσημεριανό ύπνο, ένα όνομα στην οικογένεια; Όμως τα λόγια μιας γιαγιάς δεν είναι ποτέ απλώς λόγια. Καταγράφονται. Κοιμούνται για χρόνια. Μετά, μια μέρα, αναδύονται ανέπαφα στο στόμα μιας γυναίκα, που δεν θυμάται από πού προέρχονται. 
     Υπάρχει μια μελαγχολία σ´ αυτή τη σκηνή. Εκείνη, που μιλάει, δεν θα δει ποτέ τι θα απογίνει εκείνη, που ακούει. Εμπιστεύεται τις φράσεις της σε ένα μέλλον, στο οποίο η ίδια θα είναι απούσα. Ίσως αυτό να σημαίνει το να μεταδίδεις. Να πετάς λόγια πέρα από το δικό σου τέλος και να έχεις εμπιστοσύνη.
​     Η μικρή κοιτάζει προς τα πίσω, για πρώτη φορά, χωρίς ανησυχία, απλώς για να μάθει τι την ακολουθεί σιωπηλά πίσω από τον ώμο της. Ένα βλέμμα παιδιού περίεργου για τον κόσμο. Μετά ξαναγυρίζει προς τη γιαγιά της. Λίγα βήματα πιο πέρα, ξανακοιτάζει πίσω της. Αυτό το βλέμμα δεν ψάχνει κάτι. Σημαίνει απλώς πως αυτή η συζήτηση τής ανήκει, ότι ορισμένα λόγια μεταδίδονται μόνο χαμηλόφωνα από τη μια γυναίκα στην άλλη. 
     Τότε σταματάω το περπάτημά μου. Η γυναίκα του αύριο μόλις με δίδαξε αυτό, που η γυναίκα του χθες δεν χρειάστηκε να της πει. Η οικειότητα δεν κρύβεται. Την εμπιστευόμαστε χαμηλόφωνα, σαν θησαυρό.

L'autre jour, derrière deux femmes, l'une 8 ans, l'autre 80, j'entends sans écouter une conversation qui ne s'arrête pas. La femme d'hier parle à la femme de demain, une vie entière penchée vers une vie qui commence. La vieille sait des choses que la jeune ignore encore. Comment perdre, comment tenir, comment continuer quand même ? Et la petite porte une chose que sa grand-mère a oubliée, la vie devant soi. Que se disent-elles ? Rien d'important. Le goût des tomates, la plage après la sieste, un prénom dans la famille ? Mais les mots d'une grand-mère ne sont jamais que des mots. Ils se déposent. Ils dorment des années. Puis ils remontent un jour intacts dans la bouche d'une femme qui ne sait plus d'où ils viennent. Il y a de la mélancolie dans cette scène. Celle qui parle ne verra pas ce que devient celle qui écoute. Elle confie ses phrases à un avenir dont elle sera absente. C'est peut-être cela à transmettre. Lancer des mots par-dessus sa propre fin et faire confiance.

La petite se retourne une première fois, sans inquiétude, juste pour savoir ce qui la suit en silence derrière son épaule. Un regard d'enfant curieux du monde. Puis elle revient à sa grand-mère. Quelques pas plus loin, elle se retourne encore. Ce sangon regard ne cherche rien. Il dit que cette conversation lui appartient, que certaines paroles ne se transmettent qu'à voix basse d'une femme à une autre. Alors j'arrête mon pas. La femme de demain vient de m'apprendre ce que la femme d'hier n'a pas eu à lui dire. L'intimité ne se cache pas. Elle se confie, à voix basse, comme un trésor.

Πηγή / source: Emery Doligé, Instagram




No comments: